«Πάντα να προσέχεις τους ανθρώπους, δεν είναι εγωκεντρικοί με τον τρόπο που εσύ νόμιζες.»
Από μωρό μου έλεγες στο αυτί εγωκεντρικός να μην είμαι.
Ποτέ δεν καταλάβαινα τι ακριβώς ετούτο ήταν,
μα τα παιχνίδια μου στα άλλα παιδιά τα έδινα όλα
και τους ζητούσα ταπεινά
στα ράφια άμα τελειώσουν να τα βάζουν στη σειρά.
Στο φαγητό μου έτρωγα ότι μου έδινες
και δεν γκρίνιαζα για γεύση καμιά,
για να μην είμαι αυτό το ... ότι κι αν ήταν.
Κι έτσι νόμιζα ότι τον πόθο σου ικανοποιούσα.
Όταν ξεπέρασα επιτυχώς τα δέκα αρτιμελής,
μου έλεγες το βράδυ με το αγκάλιασμα,
ποτέ να μην αλλάξω και σε όλους να είμαι πάντα δεκτικός.
Το έκανα στο γυμνάσιο με οκτώ καθηγητές,
και είκοσι συμμαθητές,
που στα διαγωνίσματα και έκλεβα κι έδειχνα χωρίς εγωισμούς
και πρώτος στην τάξη μου δεν ήθελα να γίνω,
για να είναι πάντα κάποιος άλλος
κι όχι εγώ.
Το έκανα και με τους εφτά μου γείτονες,
τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια.
Την μπάλα πάντα έδινα σε όποιον τη ζητούσε,
και στο κρυφτό έχανα και φύλαγα τις πιο πολλές φορές
κι ας ήξερα όλες τις κρυψώνες.
Κι έτσι νόμιζα ότι τον πόθο σου ικανοποιούσα.
Έφηβος στο λύκειο και στο στρατό
φίλαγα τα κορίτσια όποτε το ζήταγαν αυτά,
κι αγκάλιαζα τα αγόρια όποτε νικούσαμε στα αλώνια και στα γήπεδα θριαμβευτικά.
Μα κάποτε, σαν όλα τα αγόρια, θέλησα πια από σένα να ξεφύγω,
κι άρχισα να αναλύω αυτό που δεν μου επέτρεψες ποτέ.
Για χρόνια στο πανεπιστήμιο έψαχνα πια μόνος μου
στα βιβλία και μέσα μου
τον τρύπιο μου εγωκεντρισμό,
για να σου δείξω ότι τον έχω.
Γιατί πια τίποτα δεν μου ζήταγες.
-για να μου ζητήσεις-
Στο ψάξιμό μου ανάμνηση παράξενη με κυνηγούσε πάντα
και ανεξήγητα θυμόμουνα το ίδιο πράγμα,
πως τα παιχνίδια μου οι φίλοι μου στα πρώτα μου χρόνια
δεν τα έβαζαν πάντα εκεί που ανέμενα,
ούτε και στη σωστή ενίοτε σειρά
κι αυτό ήταν ενοχλητικό,
μα δεν το έδειχνα,
γιατί αυτό θα ήταν προφανώς το ‘εγωκεντρικό’.
Και στο γυμνάσιο, θυμάμαι ότι, χωρίς να το θέλω,
πάντα πρώτος έβαζα γκολ
και ακούσια είχα τους ψηλότερους βαθμούς,
ίσως κι από συμπάθεια των καθηγητών.
Στο Λύκειο έπαιρνα τα περισσότερα φιλιά,
και μώλωπες και κάβλα από τις τόσες μεστές αγκαλιές,
-όσο μου έλειπε αυτή της μάνας πια τα βράδια-
και στο στρατό ήξερα από πρώτα των ανωτέρων τις διαταγές.
Και όλα αυτά τα προκαθορισμένα και τέλεια ήταν ανεξήγητα
στην αναζήτησή μου για το χαμένο εγωκεντρισμό,
κι αφού υποτίθεται τέτοιον ποτέ δεν είχα,
το πώς πετύχαινα τα τόσα ωραία,
δεν γνώριζα,
μα ήξερα πως κάπου, κάπως, είχαν μια κάποια σχέση.
Ώσπου μια μέρα, πτυχιούχος πια,
ενώ διάβαζα ότι έβρισκα για να μασήσω λίγο άδειο χρόνο,
βρήκα τυχαία κάτω απ’ τα χαλασμένα μου παπούτσια στην αποθήκη του μπαμπά
το τελευταίο βιβλίο των μαθηματικών.
Σαν διάβαζα το τελευταίο κεφάλαιο
που δεν είχαμε στο Λύκειο καλύψει
γιατί δεν ήταν στις τελικές πια εξεταζόμενο,
έπεσα πάνω στην πρώτη λέξη
που μου μίλησε ποτέ με τη δική της φωνή κι όχι με τη δική σου.
-Ομοσκεδαστικότητα-
Μα πριν διασκεδάσω καν με τη δυσκολία μου να την εκφέρω,
ήξερα ότι φλέβα χρυσού είχα κτυπήσει.
Γιατί αυτή η λέξη μίλαγε για τη ζωή μου όπως ήταν ακριβώς,
γεμάτη μεσοπρόθεσμες στο μέλλον προβολές
για το τι ανέμενα να γίνει,
για το τι περίμενα οι άλλοι να κάνουν
για να μην το κάνω εγώ,
για το τι έκανα με δόλιο τρόπο τους άλλους να κάνουν,
γιατι παρίστανα έντεχνα τον ‘καλό’.
Γιομάτη νόημα η λέξη ήταν, γιατί μίλαγε
για το κρύψιμο του τεράστιου εγωκεντρισμού μου
για να σημαδεύω κέντρο στον απόλυτο, μόνο και απώτερο στόχο, το Εγώ Μου,
για να καρφώνω το βέλος ακριβώς στο space ανάμεσα στο ωμέγα και στο μι.
Γιατί ήμουνα, στην πρωτόγονη ειρωνία της ετυμολογίας ετούτης,
γαμώτο, διασκεδαστκός πολύ,
για να είναι οι άλλοι προς εμένα ομοσκεδαστικοί.
Ομοσκεδαστικότητα στην κάθε πρόβλεψή μου,
κι όσοι εμφανίζονταν πάνω στον πίνακα στατιστικών μου
σαν τις μεταβλητές ήταν τα υποκείμενά μου.
Κι ήθελα όλοι να περπατάνε
κοντά στο λείο μηδέν των άπειρων προσδοκιών μου
στη διαγώνια ευθεία
που προγίγνωσκα εγώ για τη ζωή μου.
Το κεφάλι μου γύρναγα σε όποιον έκανε μεγάλη απόκλιση από την ευθεία,
χωρίς να δείχνω το θυμό,
για να πιστεύουν τα πιστά υποκείμενά μου
πως, μάνα, είμαι αληθινός,
και πως εσύ,
αλήθεια με έκανες ταπεινό.
Μεγάλος και ενήλικας για χρόνια
με θραύση έπραττα και διαπίστωνα και σε άλλους
τη νέα αυτή μου ανακάλυψη για τους ανθρώπους,
μα σε κανένα δεν το αποκάλυπτα,
μην γίνει επιστήμη,
μην γίνει πρακτική,
μην αποκαλυφθώ,
μην εκτεθώ,
μην προκαλέσω επιδημία.
Γιατί ήξερα ότι αν το έλεγα σε σένα θα με έλεγες χαζό,
αν το έλεγα στη σύζυγό μου θα χαμογέλαγε και θα έλεγε,
«μπράβο, καινούριο κελεπούρι αυτό;»
και ήξερα πάνω από όλα,
αν το νόμιζα ο ίδιος δύναμή μου
και όχι αρρώστια για να πολεμώ,
θα γινόμουνα ο Σατανάς ο ίδιος.
Μόνος πια, πλήρης ημερών,
χαιδεύω την πορεία της ταφής μου
ψηλαφίζοντάς την με τα χέρια χιαστί στα πλάγια μου
με τα ακροδάκτυλα και τα κιτρινιασμένα νύχια το δέρμα μου να γδέρνουν με αγωνία
προβάλλοντάς στο νεκρό μου ασυνείδητο
την τρύπα που με περιμένει ένα χιλιόμετρο μπροστά
ενώ όλοι γύρω μου κλαίνε με λυγμούς και οδυρμούς,
για τον υπέροχο άνθρωπο που ήμουν (;)
γυροφέρνοντάς με στο χωριό απ’ την εκκλησιά.
Κι είναι η πρώτη φορά που θα ήθελα,
τα υποκείμενά μου ετούτα που μια ζωή με ακολουθούνε
να συμπεριφερθούν,
χωρίς να το γνωρίζουν,
ετεροσκεδαστικά,
και με απόκλιση ικανή
να μην με πάρουνε στη μαύρη τρύπα.
«Πάντα να προσέχεις τους ανθρώπους, δεν είναι εγωκεντρικοί με τον τρόπο που εσύ νόμιζες.»