Slideshow

Loading...

Saturday, June 02, 2012

Πριγκήπισσες της Θλίψης Παίζουν Κουτσό


στην κουνιστή πολυθρόνα ακούνητη κείται

με τα χέρια ασύμμετρα, πόδια σταυρωτά

εβένινο πέπλο πλουμισμένο με σιντέφια χλωμά

της σκεπάζει το σώμα, να το μακαβριώνει ασκείται



άνθρωπος πίσω εξασκείται

μπρος-πίσω να την κουνάει σταθερά.



Είχαν έρθει οι μέρες της θλίψης

γι’ αυτό κάθισε εκείνη εκεί

κι είν΄απ’ τ΄απαίσθημα γιομάτος,

κανονισμένος τη χαρά να καρτερεί.



Στέκεται αυτός,

και σαν ένα τεράστιο χρυσό του Φουκώ εκκρεμές

την πριγκήπισσα ρυθμικά παλινδρομεί



-η ζωή ειν΄ άρρυθμη-



Εσύ που κρυμμένος παρακολουθείς

πήδα στο γραμμικό παιχνίδισμα του χώρου

με πιγκουΐνου βήμα τακτικό,

με άλματα προχώρα στη ζωή του

σ’ έναν περήφανο και ένδοξο ρυθμό:



ένα – δύο

εν – δυο

εν– δυο

ένα!



στην κουνιστή πολυθρόνα εκείνη σε κοιτάζει

που σιμώνεις

διστάζεις, πλην είσαι θαρρετός.

προχωράς εκλιπαρώντας

απ΄ την καρέκλα πίσω να σταθείς κι εσύ,

-αποδέχεται-

και μαζί του αρχίζεις να κουνάς,

το εβένινο πέπλο πλέον εθισμός



ήρθαν, φύγανε κι επανήλθαν οι μέρες της θλίψης,

και είστε τώρα κι οι δυο

από τ΄ απαίσθημα πλήρεις,

κανονισμένοι να προσπερνάτε τη χαρά.



Στέκεστε, την πριγκήπισσα κουνάτε,

προς ιδίαν τέρψιν, ρυθμικά



-η ζωή άθυρμα είναι-



Παίξε με το νέο σου φίλο

στο ζωγραφισμένο αεροπλανάκι το κουτσό

μαύρη πέτρα να πετάς στα κουτιά,

στον ίδιο αργό, νωχελικό ρυθμό:



ένα – ένα

δύο

ένα – δύο

ένα

και πίσω - το λιθαράκι για ν’ αρπάξεις

ένα – δύο

ένα– δυο

ένα – ένα

κι έξω, μπράβο!...



και πάλι έλα πίσω, εντάξου,

της παρέλασης να κλείσεις το κενό:

ένα – δύο

εν – δυο

εν– δυο

ένα!

Αλτ!

Sunday, April 15, 2012

Νέες Οδηγίες #111 Το Ταίριασμα.


Το ταίριασμά σας μαγικό και άμεμπτο, χρόνια.

Ένα με ένα δεν κάνουν δυο,

οικοδομούν χρηστή υμνεία χώρα.



Στη χώρα των ονείρων σας,

τιμόνι εσύ, πετάλι εκείνος,

ποτέ σας δεν τρακάρατε,

ποτέ ταμπέλα ή κώνος.



Ακόμη και στους φόβους σας παράξενα ταιριάζετε

σαν το συν και το πλην ενός κλειστού κυκλώματος

που χωρίς ετούτα κύκλωμα δεν είναι.

Στροφές προσπέρασμα συνοδηγός και τρέμεις,

ιδρώτας, καρδιοσείσμιο, τεράστια φοβία,

εκείνος στις στροφές θεός,

τιμόνι σταυρωτό, γελάει όπως τις παίρνει.

Μα σε ευθεία όταν οδηγείς εσύ με ταχύτητα τρελή,

τα μάτια του κλειστά, νεκρός από αγωνία,

ενώ εσύ αυτοκράτειρα, πίεση στο πετάλι,

βλέμμα που εμβολίζει ευθεία.



Ταιριάζετε, αλήθεια,

γιατί γελάτε στον αγώνα σας,

γιατί στην αγωνία σας μειλίχιοι,

που το αμάξι φτάνει πάντα δέκατο,

ποτέ πρώτο, και τελευταίο ποτέ.



Το ταίριασμά σας ιδανικό, και αμίμητο αιώνες

εσύ κι αυτός δεν κάνετε το εσείς,

γεννάτε τις μοναδικές, απέθαντες ανεμώνες.



Στον κήπο των χιλίων λουλουδιών,

πότισμα εσύ, κλάδεμα εκείνος,

λουλούδι δεν μαράθηκε ποτέ,

φύλλο δεν λύγισε ή μίσχος.



Και στις δουλειές που εκεί μοιράζεστε ταιριάζετε,

όταν ανάμεσα στα φυτά σκοντάφτει και λασπώνεται,

στο λάστιχο που γυροφέρνεις,

μα ανασηκώνεται πάντα καθαρός, σιδερωμένος

και έτοιμος να σου χαμογελά.

Τρυπιέσαι, μπουρδουκλώνεσαι

μες στα κλαδιά που ανέμελα ρίχνει

μα απολαμβάνεις το τέλειο ετούτο ξάπλωμα,

Γυμνή αγκαλιά ζητάς, στέλνεις φιλιά

κι αυτός τ’ αρπάζει.



Ταιριάζετε πραγματικά,

γιατί το ζείτε τρισδιάστατα,

μες το λαβύρινθο του κήπου,

που τα λουλούδια χίλια πάντα μένουνε,

Ποτέ εκατό, ποτέ εκατομμύρια.



Το ταίριασμά σας τέλειο,

γιατί βγαίνει φυσιολογικό,

σαν τον κύκλο του νερού, της φωτιάς και του ξύλου.



Γιατί κάθε τριάντα χρόνια οι αντίθετοι πόλοι σας μετακινούνται

και ένα αναπάντεχο μέιχεμ επέρχεται.

Χαλάει το αμάξι και το πάτε στο μηχανικό.

Μια το τιμόνι φταις εσύ

Μια το πετάλι εκείνος υπαίτιο θεωρεί.

Παράμερα στέκει και κοιτάει χαμογελώντας ο μηχανικός.

Κι άμα σας πει πως και τα δύο φταίγανε το ίδιο,

πληρώνοντας μισά-μισά παίρνετε το αμάξι

και αργά οδηγάτε ευθεία στον κήπο

χωρίς βιασύνη στις στροφές.

Το μέιχεμ τεράστιο στο μυαλό σας,

Κρυμμένο στο χαμόγελό σας,

 σας λιγοστεύει το νερό,

το λάστιχο τυλιγμένο

κι εκείνος πια δεν ακονίζει το ψαλίδι.



Περνάει λίγος καιρός

κι η φύση σου

και το γονίδιο του

πάλι τροφοδοτούν το ταίριασμα.

Κι όλα ξανά πιο γρήγορα,

πιο ριψοκίνδυνα,

πιο κόκκινα,

πιο ζωντανά,

κι η ευτυχία περισσή.



Το ταίριασμα σας είναι αληθινό,

αυτή τη φορά θα σπρώξω.



Τον καναπέ θα σπρώξω πρώτο,

με τα δύο μου χέρια,

με τη δύναμη μου όλη,

με τα πόδια σε αντίσταση.

Κι αφού τον καναπέ κολλήσω στο πλευρό της πολυθρόνας

ήρεμος θα καθήσω και θα παρακολουθώ

χωρίς πια να ζηλεύω τη σχέση σας

αφού επιτέλους κατάλαβα

πως πάντοτε ήμουνα,

μέσα κι έξω μου,

εσείς οι δυο.




 

Friday, April 13, 2012

The Lights in Paris


When I first heard

that Paris is the city of light

I felt I really wanted to go.

And one day I did.



I walked around the Eiffel Tower

and saw what they meant.

I saw the poor sellers throw the spinning illuminated crafts up in the sky.

I observed them –stunned I must admit- as they slowly descended the dark ether.

I ran around and grabbed them every time

just to hand them back

to the ones who owned them.

And so I was talking to the kids who bought and threw them up in joy

And so I praised the parents who had spent their money

to bring Paris to the realisation of its name.



Then I looked up at the top of the tower,

these flying lights could not fly up there

No matter how much the sellers stretched the rubbers

weak as the children were, too.

So I jumped to grab one and take it higher to place it to the top

where Mr Eiffel must have touched last.

The dark man in the silver jacket

was whistling my favourite song

as he flew up there with me.

He pierced right through me,

I almost felt he knew my name.

As the children flew with me

They kept stretching the rubbers

throwing their little illuminated toys higher and higher.

The sellers flew with us sad,

not wanting to give up so early.

The parents flew with us

with smiles on their bloody faces

watching their children’s fun.

Oh, it was so sad to watch the Eiffel Tower bend and bow

and be brought down on its knees

to fall on ‘Ecole de Militaire’

when all of us were up so high that day.

But as it turned, the bomb was too strong for any tower to hold.

Only us did we keep the faith,

to hold the lights,

to know why they say

Paris is the city of light.



And so, though it was the first day I went, I must say it was a fair visit.


Ο 'ΕΣΥ'

ΑΝ ΗΣΟΥΝ ΗΡΩΑΣ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ, ΩΣ ΤΩΡΑ ΘΑ ΣΟΥ ΕΙΧΑ ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΕΙ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ ΣΟΥ ΟΛΑ, ΘΑ ΣΟΥ ΕΙΧΑ ΣΚΙΣΕΙ ΤΟ ΔΕΡΜΑ, ΘΑ ΣΟΥ ΕΙΧΑ ΒΓΑΛΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΤΑΓΟΝΑ-ΣΤΑΓΟΝΑ, ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΠΙΟ ΑΔΥΝΑΜΟ Ή ΤΟΝ ΠΙΟ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟ. ΑΝ ΗΣΟΥΝ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΘΑ ΣΕ ΕΒΡΙΣΚΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΕΞΕΘΕΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΝΗΡΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΣΥΝΗ ΣΟΥ.
ΓΙ ΑΥΤΟ ΝΑ ΝΟΙΩΘΕΙΣ ΤΥΧΕΡΟΣ ΠΟΥ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ 'ΕΣΥ'.

Thursday, April 12, 2012

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΥΓΟ


ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΓΕΜΙΣΕΙ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΚΟΚΚΙΝΑ ΑΥΓΑ ΑΠΟ ΑΙΜΑ, ΒΙΑ, ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΝΙΚΗ.
ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΣΟΥ ΕΝΑΠΟΘΕΤΩ ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΑΥΓΟ ΜΕ ΑΠΟΚΑΛΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΔΙΣΤΑΓΜΟ: ΑΙΡΕΤΙΚΟ - ΜΥΣΤΗΡΙΟ - ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ.
ΛΕΣ ΠΩΣ ΣΟΥ ΑΠΕΙΛΩ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ, ΠΩΣ ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΟΥΣ ΑΔΥΝΑΜΟΥΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΠΙΣΤΗΣΟΥΝ.
ΜΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΜΙΑ ΠΙΣΤΗ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΕΡΩ ΩΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ.
ΔΕΝ ΕΧΩ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙΣΩ.
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΑΞΟΠΙΣΤΗΣΩ!
ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΟΥ ΘΕΛΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΛΕΗΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΑΥΓΟΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΙΛΙΑ ΕΞΑΚΟΣΙΑ ΟΓΔΟΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ.
ΘΕΣ ΝΑ ΤΣΟΥΓΚΡΙΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΜΟΥ ΑΥΓΟ;
ΜΗΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, ΘΑ ΡΑΓΙΣΩ - ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ - ΠΡΩΤΟΣ ΕΓΩ.

Friday, March 30, 2012

Νέες οδηγίες #117 Εστιάζοντας


Όχι, δεν σκεφτόμουνα πάλι το φαγητό,

τέτοια για τους ανθρώπους μην πιστεύεις πάντα,

μα ούτε και της φωτογραφικής την τέχνη,
κάλιο να ήμουνα το φιλμ εγώ.

Μπα, ούτε τη ρότα της μπίζνας μου και την επιτυχία αναλογιζόμουνα,

τέτοιες στιγμές ανάμεσα στους κόσμους του Μύθου και του Επιστητού,

όταν το ρήμα ετούτο το ‘εστιάζοντας’

στο κατάρτι με έχει δεμένο σφικτά

και μου μιλάει εμπιστευτικά,

δεν έχω κάτι να πω, δεν έχω κάτι να νοιώσω.



Και όχι, δεν μπορώ να πω τι μου είπε το ρήμα.

Θα πω τι ρώτησα, μα δεν θα πω τις απαντήσεις.



«Την Εστία, τη λέξη ετούτη την τεράστια, να τη φοβάμαι ή να την αγαπώ;»

Ρώτησα πρώτα εγώ.



Γιατί Εστία Αγάπης στο σπίτι μου έχω,

με χώρο, ενέργεια καλή και λογική,

μα άμα περνάνε χρόνια απραξίας και παρακμής

γίνεται το σπίτι ολόκληρο Εστία Μόλυνσης του Πάθους,

Εστία Φωτιάς μαχών, πολέμων και καταστροφών

βαθιά μες τη ψυχή μας.



Σκέφτηκε για τον κόσμο ετούτο κάτι,

μου αποκρίθηκε εξηγώντας μου,

και τώρα δεν μπορώ να πω,

θα σώσω το δικό μου σπίτι αν μπορώ,

για τους ανθρώπους δεν θα ανησυχώ.



«Την Εστία, την έννοια που δαμάζει την Ψυχοσοφία και το Μέλανα Φιλόσοφο, να την ξεστομίζω καθημερινά;»

Ρώτησα τον υιό της θαρρετά.



Γιατί Εστία Μόλυνσης αληθινή έχω στην αυλή μου πίσω,

μία σωρός τεράστια από ξύλα παλιά, και πλαστικό και άχυρο,

γιομάτα τρύπες σκουληκιών,

που τους μασάνε τις ουρές οι κατσαρίδες,

που κυνηγούνε άγρια οι αρουραίοι και οι τεράστιες νυφίτσες,

που γεννοβολάνε απάριθμα ροζ πλάσματα μέσα στην πράσινη-μπλε μούχλα

και πληθαίνουν τα δόντια και τα κόκκινα μάτια

που τα βράδια βλέπω απ’ το παράθυρο.



«Να φοβάμαι ή να αναμένω τη λέξη ετούτη την Εστία;»

Ρώτησα,



που καλοκαίρι έρχεται αιώνες μετά

και ξηραίνει την εστία ετούτη στην αυλή μου

και γίνεται Εστία Φωτιάς αληθινή και καίγονται τα ξύλα και το άχυρο και η μούχλα

Και όλα τα αθώα κακά πλάσματα γίνονται στάχτη και θυσία στον ουρανό.



«Να την προσέχω», ρώτησα, «ετούτη την Εστία την αληθινή;»



Που το πλαστικό καιόμενο

στέλνει μαύρο βρώμικο καπνό εκεί ψηλά

και ειδοποιεί την Επόμενη Έλευση;



Να είσαι έτοιμος, σκέφτηκα, μικρή εστία να έχεις στο σπίτι,

γιατί κι η Θεά Εστία αυτό περιμένει από σε,

για να αποσαφηνίζει στα σημεία των καιρών

τη χρήση του ονόματός της.

Γιατί κι η ίδια απορεί –σαν κι εμένα- για την τόση υπερχρήση.



Εστίαζα στη λέξη ετούτη, μια μέρα με το τηλεσκόπιο,

Γραμμένη με μαύρη λάβα στον κρατήρα ενός ηφαιστείου,

Πίσω από την αυλή μου.

«θα πεθάνω επιτέλους;»

Ρώτησα.



Γιατί ενώ ήμουνα στο κατάρτι του μύθου επάνω δεμένος

θεώρησα πως το κομψό ηφαίστειο ήτανε Εστία Θανάσιμου Κινδύνου.

Εστιάζοντας τη φωνή μου στην ασαφή του ύπαρξη

ξαναρώτησα, σαν τα σκοινιά μου έκοβε.

«Το ηφαίστειο είναι η Πρώτη Εστία και η Τελευταία;»

Και ήτανε.

Monday, March 26, 2012

Νέες Οδηγίες #116 Ομοσκεδαστικότητα.


«Πάντα να προσέχεις τους ανθρώπους, δεν είναι εγωκεντρικοί με τον τρόπο που εσύ νόμιζες.»

Από μωρό μου έλεγες στο αυτί εγωκεντρικός να μην είμαι.

Ποτέ δεν καταλάβαινα τι ακριβώς ετούτο ήταν,

μα τα παιχνίδια μου στα άλλα παιδιά τα έδινα όλα

και τους ζητούσα ταπεινά

στα ράφια άμα τελειώσουν να τα βάζουν στη σειρά.

Στο φαγητό μου έτρωγα ότι μου έδινες

και δεν γκρίνιαζα για γεύση καμιά,

για να μην είμαι αυτό το ... ότι κι αν ήταν.

Κι έτσι νόμιζα ότι τον πόθο σου ικανοποιούσα.



Όταν ξεπέρασα επιτυχώς τα δέκα αρτιμελής,

μου έλεγες το βράδυ με το αγκάλιασμα,

ποτέ να μην αλλάξω και σε όλους να είμαι πάντα δεκτικός.

Το έκανα στο γυμνάσιο με οκτώ καθηγητές,

και είκοσι συμμαθητές,

που στα διαγωνίσματα και έκλεβα κι έδειχνα χωρίς εγωισμούς

και πρώτος στην τάξη μου δεν ήθελα να γίνω,

για να είναι πάντα κάποιος άλλος

κι όχι εγώ.

Το έκανα και με τους εφτά μου γείτονες,

τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια.

Την μπάλα πάντα έδινα σε όποιον τη ζητούσε,

και στο κρυφτό έχανα και φύλαγα τις πιο πολλές φορές

κι ας ήξερα όλες τις κρυψώνες.

Κι έτσι νόμιζα ότι τον πόθο σου ικανοποιούσα.



Έφηβος στο λύκειο και στο στρατό

φίλαγα τα κορίτσια όποτε το ζήταγαν αυτά,

κι αγκάλιαζα τα αγόρια όποτε νικούσαμε στα αλώνια και στα γήπεδα θριαμβευτικά.



Μα κάποτε, σαν όλα τα αγόρια, θέλησα πια από σένα να ξεφύγω,

κι άρχισα να αναλύω αυτό που δεν μου επέτρεψες ποτέ.

Για χρόνια στο πανεπιστήμιο έψαχνα πια μόνος μου

στα βιβλία και μέσα μου

τον τρύπιο μου εγωκεντρισμό,

για να σου δείξω ότι τον έχω.

Γιατί πια τίποτα δεν μου ζήταγες.

-για να μου ζητήσεις-



Στο ψάξιμό μου ανάμνηση παράξενη με κυνηγούσε πάντα

και ανεξήγητα θυμόμουνα το ίδιο πράγμα,

πως τα παιχνίδια μου οι φίλοι μου στα πρώτα μου χρόνια

δεν τα έβαζαν πάντα εκεί που ανέμενα,

ούτε και στη σωστή ενίοτε σειρά

κι αυτό ήταν ενοχλητικό,

μα δεν το έδειχνα,

γιατί αυτό θα ήταν προφανώς το ‘εγωκεντρικό’.

Και στο γυμνάσιο, θυμάμαι ότι, χωρίς να το θέλω,

πάντα πρώτος έβαζα γκολ

και ακούσια είχα τους ψηλότερους βαθμούς,

ίσως κι από συμπάθεια των καθηγητών.

Στο Λύκειο έπαιρνα τα περισσότερα φιλιά,

και μώλωπες και κάβλα από τις τόσες μεστές αγκαλιές,

-όσο μου έλειπε αυτή της μάνας πια τα βράδια-

και στο στρατό ήξερα από πρώτα των ανωτέρων τις διαταγές.



Και όλα αυτά τα προκαθορισμένα και τέλεια ήταν ανεξήγητα

στην αναζήτησή μου για το χαμένο εγωκεντρισμό,

κι αφού υποτίθεται τέτοιον ποτέ δεν είχα,

το πώς πετύχαινα τα τόσα ωραία,

δεν γνώριζα,

μα ήξερα πως κάπου, κάπως, είχαν μια κάποια σχέση.



Ώσπου μια μέρα, πτυχιούχος πια,

ενώ διάβαζα ότι έβρισκα για να μασήσω λίγο άδειο χρόνο,

βρήκα τυχαία κάτω απ’ τα χαλασμένα μου παπούτσια στην αποθήκη του μπαμπά

 το τελευταίο βιβλίο των μαθηματικών.

Σαν διάβαζα το τελευταίο κεφάλαιο

που δεν είχαμε στο Λύκειο καλύψει

γιατί δεν ήταν στις τελικές πια εξεταζόμενο,

έπεσα πάνω στην πρώτη λέξη

που μου μίλησε ποτέ με τη δική της φωνή κι όχι με τη δική σου.

-Ομοσκεδαστικότητα-

Μα πριν διασκεδάσω καν με τη δυσκολία μου να την εκφέρω,

ήξερα ότι φλέβα χρυσού είχα κτυπήσει.

Γιατί αυτή η λέξη μίλαγε για τη ζωή μου όπως ήταν ακριβώς,

γεμάτη μεσοπρόθεσμες στο μέλλον προβολές

για το τι ανέμενα να γίνει,

για το τι περίμενα οι άλλοι να κάνουν

για να μην το κάνω εγώ,

για το τι έκανα με δόλιο τρόπο τους άλλους να κάνουν,

γιατι παρίστανα έντεχνα τον ‘καλό’.

Γιομάτη νόημα η λέξη ήταν, γιατί μίλαγε

για το κρύψιμο του τεράστιου εγωκεντρισμού μου

για να σημαδεύω κέντρο στον απόλυτο, μόνο και απώτερο στόχο, το Εγώ Μου,

για να καρφώνω το βέλος ακριβώς στο space ανάμεσα στο ωμέγα και στο μι.

Γιατί ήμουνα, στην πρωτόγονη ειρωνία της ετυμολογίας ετούτης,

γαμώτο, διασκεδαστκός πολύ,

για να είναι οι άλλοι προς εμένα ομοσκεδαστικοί.



Ομοσκεδαστικότητα στην κάθε πρόβλεψή μου,

κι όσοι εμφανίζονταν πάνω στον πίνακα στατιστικών μου

σαν τις μεταβλητές ήταν τα υποκείμενά μου.

Κι ήθελα όλοι να περπατάνε

κοντά στο λείο μηδέν των άπειρων προσδοκιών μου

στη διαγώνια ευθεία

που προγίγνωσκα εγώ για τη ζωή μου.

Το κεφάλι μου γύρναγα σε όποιον έκανε μεγάλη απόκλιση από την ευθεία,

χωρίς να δείχνω το θυμό,

για να πιστεύουν τα πιστά υποκείμενά μου

πως, μάνα, είμαι αληθινός,

και πως εσύ,

αλήθεια με έκανες ταπεινό.



Μεγάλος και ενήλικας για χρόνια

με θραύση έπραττα και διαπίστωνα  και σε άλλους

τη νέα αυτή μου ανακάλυψη για τους ανθρώπους,

μα σε κανένα δεν το αποκάλυπτα,

μην γίνει επιστήμη,

μην γίνει πρακτική,

μην αποκαλυφθώ,

μην εκτεθώ,

μην προκαλέσω επιδημία.

Γιατί ήξερα ότι αν το έλεγα σε σένα θα με έλεγες χαζό,

αν το έλεγα στη σύζυγό μου θα χαμογέλαγε και θα έλεγε,

«μπράβο, καινούριο κελεπούρι αυτό;»

και ήξερα πάνω από όλα,

αν το νόμιζα ο ίδιος δύναμή μου

και όχι αρρώστια για να πολεμώ,

θα γινόμουνα ο Σατανάς ο ίδιος.



Μόνος πια, πλήρης ημερών,

χαιδεύω την πορεία της ταφής μου

ψηλαφίζοντάς την με τα χέρια χιαστί στα πλάγια μου

με τα ακροδάκτυλα και τα κιτρινιασμένα νύχια το δέρμα μου να γδέρνουν με αγωνία

προβάλλοντάς στο νεκρό μου ασυνείδητο

την τρύπα που με περιμένει ένα χιλιόμετρο μπροστά

ενώ όλοι γύρω μου κλαίνε με λυγμούς και οδυρμούς,

για τον υπέροχο άνθρωπο που ήμουν (;)

γυροφέρνοντάς με στο χωριό απ’ την εκκλησιά.



Κι είναι η πρώτη φορά που θα ήθελα,

τα υποκείμενά μου ετούτα που μια ζωή με ακολουθούνε

να συμπεριφερθούν,

χωρίς να το γνωρίζουν,

ετεροσκεδαστικά,

και με απόκλιση ικανή

να μην με πάρουνε στη μαύρη τρύπα.

«Πάντα να προσέχεις τους ανθρώπους, δεν είναι εγωκεντρικοί με τον τρόπο που εσύ νόμιζες.»

Saturday, February 25, 2012

Απόφθεγμα 26:


Μην φυλάς χρήματα και μη φιλάς πλέον το χρυσό. Δέξου ότι η κυρίαρχη δύναμη είναι η Φτώχεια και ως ελεύθερη κυρίαρχη τάξη που πια κατέχει τη Γνώση, σαν κέρβερος φυλάει το μεγαλύτερο γρανάζι της Μηχανής. Έχει πλέον στην κατοχή της την πλέον χρήσιμη πληροφορία, ότι χωρίς αυτήν η Μηχανή δεν γυρνάει.  Μην γίνεσαι πια πλούσιος, θα στα πάρουν έτσι κι αλλιώς οι Λίγοι μέσω των πολιτικών που τους υπηρετούν παγκόσμια. Εν έτει 2012, καλείσαι να διαλέξεις πλευρά.

Tuesday, February 14, 2012

Νέες οδηγίες #70 Το Τέλειο Ταφ




Από το πλάτος τ’ ουρανού

κι απ’του ωκεανού το βάθος

εφτιάξανε το Τέλειο Ταφ

Τιμίου Του Τυράννου.

Κι έκτοτε για σαράντα-δύο γενιές

τάλαντα κουδουνίζεις

το Τάμα του αντιλαλείς

Τιθασευμένος Μάντης.



Τυφλός και αναποφάσιστος

σαν ένα κομμάτι Τέτρις

θα πέφτεις στο υπόγειο

και πάλι θ’ ανεβαίνεις.



Ωσότου εμείς κρεμάμενοι

από του Ταφ τα χέρια

η έτοιμη σαράντα-τρία γενιά

αντίστροφα τις γύρες μας

αρχίσουμε φωνάζοντας

«πίσω στράφου ξανά ανήλεε Χρόνε!»



Στου υπογείου τις γωνιές

με πλάτη ακουμπημένος

με νύχια πια τεράστια

στα είκοσι ακροδάκτυλα

σε χέρια και σε πόδια

μέσα στις αμυχές των τούβλων ψηλαφίζοντας

θα βρίσκεις για επάνω

έρεισμα ικανό να αναρριχάσαι

σαν πέφτουν πίσω σου συνεχώς στα σκοτεινά

άνθρωποι σε σχήματα διάφορα του Τέτρις.

Σαν ανεβαίνει σε κάθε του Σταδίου Επανάληψη

με ανυψούμενο σχήμα το Τέλμα

οι έκπτωτοι όσο δεν πετυχαίνουν τις γραμμές

Ο γδούπος των πτωμάτων τους

-όσο καθυστερείς-

θα σε σιμώνει.



Κι είναι αλήθεια το Στάδιο δύσκολο

άνθρωποι όταν πέφτουν

γιατί με λογική αλλάζουν το σχήμα τους

και βούληση ελεύθερη

μιλώντας μεταξύ τους μες τα σκοτεινά

και δύσκολα γίνονται οι γραμμές.



Τα πρώτα στάδια τα πέρασε εύκολα ο Παίχτης

Σαν έριχνε ζώα και πουλιά

Δέντρα και ενίοτε Ιδέες.

Μα τώρα κόλλησε στο στάδιο αυτό του Παιχνιδιού,

Το στάδιο των Ανθρώπων,

φωνάζει και βρυχάται

και τα πόδια του βαράει

-αν αφουγκραστείς θα τον ακούσεις-



Κι ολοένα ο Παίχτης γενιές ανθρώπων ρίχνει,

Ανίκανος το στάδιο να κερδίσει.

Ρίχνει με βία, με στοργή, παρακαλώντας.



Κάτι εσύ μπορείς να κάνεις;



Αιώνες τους τοίχους του υπογείου

το Τέλμα θα ανεβαίνεις να προλάβεις

πριν σε προλάβει ετούτο.

Κι όταν σε προλαβαίνει σε κάθε ζωή

Απ’ την αρχή αρχινάς.

Σκαρφάλωνε σκαρφάλωνε

πίσω σου πιο πολλοί θα πέφτουν

Σκαρφάλωνε να βρεις το τέρμα του υπογείου.



Εκεί μια μέρα όταν προλάβεις να ανεβείς

ψηλά την τρύπα τη μοναδική θα δεις

που ανοίκτηκε για σένα

και θα απλωθούν στο βλέμμα σου στο φως

τριγύρω ακτίνες δρόμων

ένα άπειρο δίκτυο συμπαντικό,

παντού που θα οδηγεί,

διάλεξε πού θα πας σοφά.

Διάλεξε, και το Τεράστιο Ταφ θα ενδοσυρρικνωθεί

διάλεξε, κι ίσο μαζί σου θα γενεί

και από την τρύπα σου θα χωράει, θα δεις,

εσύ για να το ρίξεις.



Δεν διάλεξες σε ετούτη τη ζωή -  Κρίμα.

Γιατί αν διάλεγες σωστά, έστω και ένα δρόμο,

ο Τύραννος ανένδοτος, κωφός και συγχυσμένος

στα μάτια θα σε κοίταζε

φτηνά εκλιπαρώντας.

Λίγη ώρα μετά

το στέμμα θα παρέδιδε

στου Παιχνιδιού το διάδοχο,

το Νέο Παίχτη

που θα παραμονεύει.

-ΣΤΟΠ-



Τώρα διάλεξες, αλλά δεν πας – Ωραία.

Έκανες το πρώτο μεγάλο βήμα.

Άμα στην τρύπα σου το Ταφ σου ρίξεις,

δρόμο κι αν δεν διαλέξεις,

κι ένα βήμα έστω πίσω αν πάρεις

για να αντικρύσεις τη ζωή,

ο Νέος Δάσκαλός σου θα σου πει

τη Ρίγα, το Μοιρογνωμόνιο, το Ταφ και το Διαβήτη

πάντα να τα φοβάσαι

γιατί με το κάθε όργανο που θα μασάς με μίσος

εχθρούς και φίλους θα αναμασάς

και θα τους μηρυκάζεις.



Ξέρω γιατί θα σέρνεσαι,

γιατί θα γλύφεις λαίμαργα

τα μάτια του αητού,

ξέρω γιατί σαν έξυπνο αγρίμι ποτέ δεν θα γερνάς

και δεν θα πάρεις δρόμους

και ξέρω γιατί επάνω απ’ την τρύπα σου

φύλακας θα γενείς και θα παραμονεύεις

ένα μέτρο πίσω στεκάμενος,

 ολάκερη ζωή.



Κι όταν το Τέλμα του Τέτρις πια ψηλά

στο υπόγειο θα έχει φτάσει,

ξανά το στάδιο των Ανθρώπων να χάσει ο Παίχτης

κι έτοιμο όταν θα είναι το Τέλειο Ταφ

πάλι ψηλά να ανέβει

ξέρω γιατί πια έτοιμος θα παραδοθείς,

με φόρα μέσα στην τρύπα σου

ξέρω γιατί θα πηδήξεις

και το σωστό του Τέτρις το σχήμα θα υποδηθείς,

στη δική σου οριζόντια γραμμή να επικολληθείς

χέρια και πόδια πιο βαθιά

τριπλή γραμμή για να πετύχεις.

Την ημέρα εκείνη σε κανένα δεν θα μιλάς

όσο πέφτεις.

Τη μέρα εκείνη τη διαφορετική

στη ζωή εκείνη τη διαφορετική

στη πτώση εκείνη τη διαφορετική

δεν θα τους πεις ποιο σχήμα πήρες

όσο κι αν επιμένουν

για να προσαρμοστούν στα σκοτεινά μαζί σου.

-και έτσι θα προσαρμοστούν-



Όλοι οι άλλοι πιο πάνω θα σε δουν,

απ’ τις δικές τους τρύπες στεκάμενοι ένα μέτρο,

-θα δεις, κανείς τους δρόμο δεν διαλέγει σε καμιά ζωή –

και επιτέλους θα μάθουνε σωστά να παίζουν το παιχνίδι

και οι γραμμές θα αρχίσουνε ορθά να συμπληρώνονται

το Τέλμα λίγο να κατέβει

να πάρει ο Παίχτης πόντους,

το στάδιο να περάσει

να αρχίσεις ξανά απ’ την αρχή,

με άλλη μια ζωή,

το υπόγειο πιο γρήγορα να ανέβεις

-ίσως τα καταφέρεις-

Ίσως τη μέρα εκείνη ο Ήλιος λάμψει

και όλα εξαφανιστούν.

Τα υπόγεια.

Οι Παίχτες.

Τα Όργανα των μαθηματικών.

Οι Δρόμοι.

Η τρύπα.

Ο Χρόνος.

Η Επανάληψη.

Το Τέλος.

Το Παιχνίδι.